Παλαιότερα όλα τα παιδιά περίμεναν με μεγάλη λαχτάρα τις γιορτές…

Share:

Oι μέρες των εορτών, των Χριστουγέννων, όπως και όλες οι άλλες γιορτές, στους μεγάλους σπανίως πλέον φέρουν κέφι, χαρά και ευτυχία, που να είναι ανάλογη με το κύρος των εορτών, αντίθετα, οι περισσότεροι σύγχρονοι άνθρωποι, νοιώθουν μελαγχολία, αδιαφορία για να κάνουν κάτι σπουδαίο, και στο τέλος της ημέρας δεν αισθάνονται πως χάρηκαν ιδιαίτερα την ημέρα αυτή. Για αυτό η μόνη περίπτωση να μπουν στο κλίμα των ημερών, είναι να «γίνουν» και οι ίδιοι παιδιά, δηλαδή να αισθανθούν σαν παιδιά! Παλαιότερα όλα τα παιδιά περίμεναν με μεγάλη λαχτάρα τις γιορτές. Μπορεί αυτό σε μας τους πιο παλιούς, να μας έχει μείνει ακόμα κατάλοιπο από τα δικά μας παιδικά χρόνια, και η αιτία, να περιμένουμε με ενδιαφέρον τις γιορτές!
Πράγματι, Χριστούγεννα παλιά σήμαινε «γλέντι» για τα παιδιά! Και για αυτό θα επιβάλλεται να θυμόμαστε τέτοιες μέρες τα παιδικά μας χρόνια, ή να ζούμε τις γιορτές κοντά σε παιδιά, για να μπούμε πιο εύκολα στο κλίμα των ημερών! Τα σκολιαρούδια παλιά δεν είχαν σκοτούρες, ήταν και που δεν έκαναν μάθημα γιατί έκλειναν τα σχολεία, οπότε έσμιγαν πολλά παιδιά μαζί, και γινόταν πανζουρλισμός! Την τελευταία μέρα πριν κλείσουν τα σχολεία για τις διακοπές των γιορτών, εντολή του δασκάλου προς τα παιδιά, ήταν να γράψουν όλα έκθεση, το πώς πέρασαν τις ημέρες των εορτών!
Έτσι τη μέρα που ξαναγύριζαν στο σχολείο, ο δάσκαλος διάβαζε μια – μια την έκθεση, και έσκαγαν όλοι στα γέλια, από αυτά που διάβαζε, κάποια ήταν αστεία που στη τελική, τα περισσότερα παιδιά έγραφαν σχεδόν τα ίδια, γιατί την ίδια μοίρα είχαν όλα στο χωριό που ζούσαν!
Ο δάσκαλος τη πιο καλή έκθεση του σχολείου, την έστελνε στο Υπουργείο Παιδείας, για να βραβευτεί. Έτσι πολλά παιδιά κέρδισαν έτσι μια υποτροφία σε ανώτερες σπουδές, γιατί τα μισά χρήματα τα έβαζε το υπουργείο, και τα άλλα μισά η κοινότητα! Όλα καλά λοιπόν για τα παιδιά, εκτός από ένα! Το πρωί των Χριστουγέννων με τη πρώτη καμπανιά, έπρεπε να αφήσουν το ζεστό στρώμα και να ετοιμαστούν για την εκκλησία! Αυτό πολλά παιδιά το έβλεπαν δυσμενών, και δεν σηκωνόταν με τις προτροπές της μάνας, απλά άλλαζαν πλευρό!
Τότε η μάνα τους έλεγε το εξής:
Σήκω παιδάκι μου, γιατί όσα παιδάκια δεν πάνε το πρωί στην εκκλησία θα τα τιμωρήσει ο Θεός, και άμα ποθάνουνε μια μέρα, θα τα βάνουνε να κοιμούνται σε ένα κρεβάτι με καρφιά! Τι να κάνουν και τα παιδιά, που δεν ήξεραν από τη ζωή, προκειμένου να γλυτώσουν τα …καρφιά, αλήθεια ή ψώμματα, και για καλού κακού, έπαιζαν ένα πηδαράκι, και πήγαιναν να πλυθούν και να ντυθούν! ‘Όσο τα παιδιά πήγαιναν στην εκκλησία, ο πατέρας άναβε τον φούρνο για να βάλει τα χριστόψωμα, και μετά το ταψί με το κρέας στις κλιματόβεργες, και η γυναίκα του ετοίμαζε και τα παιδικά ψωμάκια, τις λεγόμενες «κακαρίστρες», που τα έφτιαχναν με ένα κομμάτι ζύμη, έφτιαχναν ένα πουλί και στο κεφάλι ένα λοφίο! Και τα παιδιά βοηθούσαν και αυτά, και έφτιαχνε κάθε παιδί τη δικιά του κακαρίστρα, και αυτά τα έβαζαν έξω – έξω στο φούρνο. Τα παιδιά επιτέλους ήταν τόσο ευτυχή που είχαν επιτέλους ότι ήθελαν! Το σπίτι πράγματι μετά τα χοιροσφάγια της παραμονής, είχε από όλα, από σύγλινα, μέχρι τσιλαδιά, τσιγαρίδες, λουκάνικα, απάκια, αμαθιές, χώρια τα ζεστά χριστόψωμα με τις κακαρίστρες, τους κουραμπιέδες, και άλλα χίλια δυο! Το κρέας του χοίρου θα κρατήσει τουλάχιστο δυο τρείς μήνες, και η λαχτάρα του κρέατος θα σταματήσει προς το παρόν!
Μπορεί να υπήρχε φτώχεια, αλλά αυτό δεν ήταν λόγος να μην περνάνε καλά τα παιδιά κάποτε, γιατί οι γιορτές ήταν λες και τις είχαν φτιάξει πράγματι στα μέτρα των παιδιών!
Στα διάφορα χωριά της Μεσαράς, τα οικονομικά των παιδιών εξαρτώντας βέβαια από την οικονομική άνεση των γονιών, διότι τα περισσότερα είχαν το χαρτζιλίκι τους τα Χριστούγεννα, εξαίρεση δυο τρία παιδιά σε κάθε χωριό, που οι γονείς τους δεν είχαν την οικονομική άνεση να τους δώσουν κάτι. Αγροτικά χωριά όπως η Γαλιά, οι γονείς τα παιδιά τους τα έπαιρναν όλοι στη δουλειά, και βοηθούσαν τις αγροτικές δουλειές, και στη βοσκική. Για να τα ανταμείβουν λοιπόν, τους έκαναν τα περισσότερα χατίρια, και τους έδιναν που και που χαρτζιλίκι, να αγοράσουν τα Χριστούγεννα ότι ήθελαν, μπαλόνια, καραμέλες, ζαχαρωτά και ξηρούς καρπούς. Τα παιδιά που οι γονείς τους ήταν φτωχοί, και επειδή τότε δεν υπήρχαν «Αϊ Βασίληδες», εν τούτοις εκείνα δεν το έβαζαν κάτω!
Έφτιαχναν ένα βαλιτσάκι και μέσα έβαζαν το εμπόρευμα τους, και γύρναγαν στις γειτονιές! Το μικρό αυτό βαλιτσάκι, πριν το ’40, δεν έβαζαν ζαχαρωτά, γιατί ήταν δυσεύρετα, αυτό έγινε πολύ αργότερα μετά το 60! Το βαλιτσάκι τους είχε σβούρους, τσιμπιδάκια, φουρκέτες, καρούλια, λιβάνι, καρβουνάκια, και γύριζαν όλες τις γειτονιές τις ημέρες των εορτών, φωνάζοντας :
-Ο ψιλικατζής! Έχω κορδέλες παραμάνες καρφίτσες και χτένες! Ή:
Έχω ξυρφάκια, λιβάνι, τσιμπιδάκια κουβαρίστρες!
Έβγαιναν οι γυναίκες στις γειτονιές και ψώνιζαν, γιατί τα είδη αυτά τους έκαναν ανάγκη.
Τα παιδιά αυτά πήγαιναν και στα κοντινά χωριά, αλλά το βράδυ γύρναγαν στην έδρα τους. Τα ίδια παιδιά έκαναν αυτή τη δουλειά μέχρι και μεγάλωσαν και έγιναν είκοσι χρόνων! Δεν είναι τυχαίο και το τραγούδι του Μουντάκη «Ο Πραματευτής!» που έλεγαν οι στίχοι: «Κουβαρίστρες, βελονάκια, ψιλικά πολλώ λογιώ, τον πλανόδιο θα κάνω, μήπως και τη ξαναβρώ…»! Βέβαια όταν βγήκε αυτό το τραγούδι, σιγά – σιγά σταμάτησαν οι νεαροί πλανόδιοι να γυρίζουν στα χωριά!
Τα παστέλια τις σησαμόπιτες και τα μαντολάτα, δεν τα έβρισκαν τα παιδιά του ΄20 εύκολα, όμως υπήρχαν βιοτέχνες σε κάποια χωριά, όπως ήταν ο Ρετζεπομανώλης (Εμμ. Χουστουλάκης) στη Γαλιά, που κάποιος τον είχα μάθει, και ήδη από το 1920, έφτιαχνε από όλα, ακόμα και «καραμελάκια με μαντινάδες»! Αυτά ήταν καραμελάκια μικρά από ζάχαρη, και στο κέντρο είχε στριμμένο χαρτάκι με μαντινάδα! Αυτά τα καραμελομαντιναδάκια, τα αγόραζαν οι νέοι και τη μέρα του κλείδωνα! Έπαιρναν από μια φούχτα καραμελάκια, και όταν άνοιγαν τον κλείδωνα, έτρωγαν το καραμελάκι, και διάβαζαν και το μαντιναδάκι στη παρέα!

Τα Χριστούγεννα και γενικά στις μεγάλες γιορτές, ο Ρετζεπομανώλης , πήγαινε έξω από την εκκλησία που σύχναζε ο περισσότερος κόσμος, και δίνοντάς του ένα πενηνταράκι, είχε ένα κουτσουράκι και με ένα τσεκούρι έκοβε κάθε φορά ένα κομμάτι μαντολάτο ή παστέλι, και το έδινε τον πελάτη!
Υπήρχαν βέβαια και οι σφυρίχτρες, τα μπαλόνια, αλλά και οι σβούροι! Τα παιδιά βέβαια είχαν τη τάση να σμίγουν σε παρέες, και να παίζουν διάφορα παιγνίδια, και αγαπημένο τους ήταν εκείνο με τον εξάεδρο σβούρο, που τον έλεγαν και «πάρτα όλα»,!Έλεγαν «παίζουμε πάρτα όλα»?! Κάθε πλευρά του σβούρου έγραφε και άλλη φράση! Έτσι έγραφε: «βάλε ένα», «πάρε δυο», «βάλε δυο» «πάρε ένα» «τα χασες όλα», «πάρτα όλα»!
Μπορεί να παίζανε συνήθως με κουκιά, φασόλες, αλλά ενίοτε και με δεκάρες και πενηνταράκια! Άμα δε κάποιο παιδί του τύχαινε το «πάρτα όλα», χοροπήδαγε από τη χαρά του!
Πολλοί πάντως νοσταλγούν σήμερα τα χρόνια εκείνα, και θα ‘θελαν να τα ξαναζήσουν, παρόλο τη φτώχεια της εποχής!

Κείμενο – φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης

Share:

Leave a reply